Τι ‘ναι πάλι αυτό; Είχα που είχα τα χθεσινά, έχω που έχω τα δικά μου, μ’ έστειλαν εδώ. Βασικά εγώ είμαι η φοιτήτρια, επιλογή μου είναι, αλλά θέλω να δυσανασχετήσω. Λίγο. Να αποδομηθούν τα άλλα…Πτυχιακή. Αναγκαίο. Σα να πρέπει να δώσω αναφορά. Να γράψω πολλά κάτι, γι’ αυτό που βλέπω. Ένα άδειο κάδρο. Ένα άδειο τίποτα.
Καταραμένη εργασία. Καταραμένη σχολή. Καταραμένη ζωή.
Τόση κρυμμένη ομορφιά παντού, πάνω μου, μέσα μου. Δε θέλω να πάει χαμένη… δεν θέλω. Δεν το αντέχω. Και είμαι ακόμα πολύ μικρή. Να έμπαινα μέσα σ’ αυτό το άδειο τίποτα και να χανόμουν στην ομορφιά μου, στην ομορφιά των θέλω μου. Που σίγουρα υπάρχει , αλλά δεν τη βλέπω. Δε θέλω να τη δω. Όπως δε βλέπω μέσα στο κάδρο. Σ’ αυτό το ατέλειωτο κάδρο που πνίγει την κορνίζα του στο τίποτα. Τελευταία εργασία. Να την παραδώσω να τελειώνουμε. Λες και θα τελειώσει κάτι. Τίποτα δε θα τελειώσει. Άλλα θα συνεχίζουν κι άλλα θ’ αρχίζουν. Το σημαντικό θέμα είναι να βάλω όρια. Φίλτρα. Δεν πάει άλλο.
Χάνομαι. Και δεν το αξίζω. Τόσες ώρες χαμένες στο μαγαζί. Με τον κάθε μαλάκα πελάτη, με τον κάθε μαλάκα… και με τον ίδιο μαλάκα, αφεντικό. Δε μου αρέσει ο κόσμος. Και δεν μου αρέσει να τον βλέπω να μη μου αρέσει. Νιώθω πως δε μου προσφέρει και δε θα μου προσφέρει τίποτα απ’ αυτά που ψάχνω. Ποια σχολή; Ποια κοινωνία; Ποιοι βαθμοί; Ποια μαθήματα; Ποιες βόλτες στο κενό;
Χθες πάλι τα ίδια στο μαγαζί: «Έλα αύριο πρωί. Ξέρω ότι μπορείς. Στη θέση της Ελένης. Ήρθε η μαμά της απ’ την Αλεξανδρούπολη και δε θα μπορέσει.» « Δε μπορώ να σου δώσω την άδεια τελικά Μαράκι. Εξαργύρωσε τα εισιτήριά σου. Μπορείς έ;» « Θα πρέπει να κάνω περικοπές. Αν θες πέρνα από το σπίτι το βράδυ να το συζητήσουμε…» Σιχάθηκα. Τίποτα. Τα μάτια μου… Λιγώνουν μέρα με τη μέρα. Κι ο Σπύρος. Γίνεται μέρα με τη μέρα όλο και πιο απόμακρος. Όλο και πιο αντιπαθητικός. Έχει βρει κι άλλη κοπέλα. Δεν είμαι η μόνη του πια. Και μάλλον δεν είμαι η μόνη. Τίποτα.
Πόση ελευθερία να κρύβεται μέσα στο κενό! Αναρωτιέμαι, τι χρώμα μπορεί να έχει η ελευθερία. Η αίσθηση της ελευθερίας. Φυγή, ταξίδι, μακριά, η ζωή αλλιώς… Λείπουν τα συναισθήματα… Προσπαθώ να βρω κάποια, αλλά δε μπορώ. Άδειο. Σα να μην υπάρχει τίποτα. Σα να μην υπήρξε ποτέ τίποτα. Και αν ακόμη υπήρξε κάτι, αυτό έχει αυτόματα διαγραφεί μετά από μια πιθανή ημερομηνία λήξεως. Έτσι νιώθω τα συναισθήματα. Τρομάζω τώρα που το
βλέπω αυτό, δε ξέρω γιατί, αλλά το μόνο που ξέρω είναι ότι μόλις μου κόπηκε η όρεξη για φαγητό. Επειδή τρόμαξα… Κι έχω να φάω μέρες…
Κοιτάω τα τρένα μέσα στο κάδρο. Έρχονται και φεύγουν. Ακούω τις ανακοινώσεις. Τα δρομολόγια γεμίζουν τον ηλεκτρονικό πίνακα. Τεράστια ρολόγια κρέμονται ανάμεσα στις τσιμεντένιες κολώνες. Παρατηρώ τους ταξιδιώτες που φεύγουν, τους συγγενείς που τους ξεπροβοδίζουν, τους ταξιδιώτες που έρχονται και τις εκφράσεις αυτών που τους περιμένουν, τους μόνους, τις βαλίτσες και τα μάτια τους…
Πού είναι η ζωή; Γιατί δε τη βλέπω; Νιώθω ότι κάτι λείπει. Απόρρευμα με φυσά μέσα απ’ το κάδρο. Βλέπω το πρωί. Ανοίγω το παντζούρι και την μπαλκονόπορτα. Τσιμέντο με δέντρα. Τα ξανακλείνω. Σκοτάδι και υπολογιστής. Απόρρευμα. Αδράνεια. Ο καναπές του δωματίου μου. Κρυμμένος από πεταμένα ρούχα. Τα ρούχα μου. Γιατί είναι μαύρα; Έρχονται και οι συμφοιτητές μου. Κι αυτοί μαύρα. Σημαίνει κάτι αυτό; Θυμάμαι την πωλήτρια
ενός μαγαζιού που είχε πει. «Μαύρα κι εσύ; Σαν το γιο μου. Είναι η ηλικία.» δηλαδή σαν μεγαλώσω θα φοράω παρδαλά;
Βλέπω τη χαρά να σκοντάφτει στην ανυπαρξία της χαράς. Είμαι στη γωνία και στηρίζομαι σε σχέσεις ραγισμένες απ’ το ψέμα. Στην άλλη γωνία οι γονείς βολεύονται σε μια αιώρα εύθραυστη. Πάνω στα χαμόγελα, μια μάσκα που τρίζει. Παρατηρώ την οικογένεια να στηρίζεται, ψάχνοντας για στήριγμα. Δίπολα στήριξης. Αντοχή υλικών και Δομική Θεωρία, τρίτο εξάμηνο, επιτυχούσα με 9…
Αφήνομαι μέσα στο κενό της θέας. Αδρανής σ’ ένα σύστημα που με κοροϊδεύει. Φωνή: «πρέπει να το διαχειριστείς». Ποιο; Βλέπω τους φίλους που φεύγουν. Τους μεγάλους που βιάζονται. Εμάς που χορεύουμε παντού.
Τους έφηβους έξω απ’ τα φροντιστήρια που μιλούν. Κι ούτε που θυμούνται τι είπαν. Κι απορούν. Βλέπω ένα αρκετό τίποτα να τρέχει γύρω. Χρωματιστό. Μέσα στο γκρίζο κενό. Αντιστέκομαι μη με ρουφήξει αυτή η μαύρη τρύπα. Υπάρχουν έξω άλλες… Πόσο θέλω να χορέψω τώρα! Να γίνω εγώ μαύρη τρύπα. Και χορεύω μέσα στο τίποτα. Ρουφάω τη ζωή και χορεύω… Βλέπω την απόλυτη παράσταση κάνοντας ένα διάλλειμα από τη δική μου…
Περιπλανιέμαι τώρα στο αστικό μου τοπίο. Βιτρίνες, κούκλες, ψέματα. Κάθομαι στο αγαπημένο μου παγκάκι.
Άνθρωποι περνούν. Νοερά, τους ενώνω με το δάχτυλό μου και φανερώνεται ένας ιστός αράχνης από νέον.
Ένα κολλώδες πλέγμα ανελευθερίας. Διακρίνω κάπου τον φύλακα άγγελο, που με προστάτευε όταν ήμουν μικρή. Και θέλω να τον ευχαριστήσω. Που μου χάρισε μια μυρουδιά χαδιού που δεν ένιωσα. Πέντε λεπτά δάχτυλα
χώνονται μέσα στα μαλλιά μου κι ανατριχιάζω. Το ‘χα ζήσει κάποτε… Και βλέπω πως έρχεται πίσω μου, κρυφά, μια γυναίκα. Μου κλείνει τα μάτια με τις τρυφερές της παλάμες και μ’ αγαπά. Και την αγαπώ κι εγώ.
Τώρα έρχονται μπαλκόνια μπροστά. Διαμερίσματα το ένα δίπλα στο άλλο. Το ένα πάνω στο άλλο. Άδεια μπαλκόνια με απλωμένα ρούχα, χωρίς ανθρώπους μέσα. Είναι τα διαμερίσματα πραγματικά; Κι εμείς που μένουμε
μέσα σ’ αυτά, ζούμε;
Ωχ… Τώρα φαίνονται κι οι σκέψεις. Μέλισσες! «Είμαστε πραγματικοί; Τι είμαστε; Από πού ερχόμαστε; Πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος; Ποια η διαδρομή μιας γέννησης , πότε θα πεθάνουμε, γιατί, τι θα γίνει μετά και αυτό»
«Όταν θα πεθάνουμε και μας πάρουν όλα τα έπιπλα, τότε θα βρούμε όλα τα παιχνίδια που έχουν χαθεί από κάτω.»
Το αμφιθέατρο της σχολής. Ξυπνάω στις 06:30, για να πάω και ν’ ακούσω μαλακίες; Δεν μπορεί να είμαι εγώ που τα κάνω όλα αυτά. Κι οι συμφοιτητές με το τικ τους. Αντίδραση. Τρόπος διαφυγής. Και δωσ’ του,
ντάπα ντούπα, κρίτσι κρίτσι, χράτσα χρούτσα, σνιφ σνιφ. Πολλή πλάκα. Ο ένας, τρώει τα νύχια του. Και τα πέντε ταυτόχρονα. Αν τον αφήσεις μια μέρα να το κάνει, θα φτάσει στον αγκώνα. Κανιβαλισμός φάση. Ο άλλος κουνάει τα
πόδια του, ωθώντας το πέλμα του στο πάτωμα, με μία ταχύτητα εκνευριστική. Είναι σαν να έχει καταπιεί σεισμό. Η άλλη χαϊδεύει τα μαλλιά της πάνω κάτω, πάνω κάτω. Κάποτε θα μείνει καραφλή. Ένας άλλος δε σταματάει με τις
ανασκαφές στη μύτη του. Αηδιαστικό. Ελπίζω να τα καταφέρει να καθαρίσει τις «βρωμιές» του… Η άλλη κάνει κάτι περίεργους και υπόκωφους θορύβους με τον λάρυγγά της. Σα να ρεύεται ξέρω γω, αλλά δεν είναι ρέψιμο. Ο άλλος,
τι θέαμα κι αυτό, χαϊδεύει όλη την ώρα τα τέτοια του και δεν του σηκώνεται.
Πώς τα καταφέρνει;
Και οι περισσότεροι βαρετοί καθηγητές, το μόνο τικ που έχουνε, είναι ότι είναι βαρετοί.
Βλέπω τις αναμνήσεις που έχω χάσει. Ζω σκηνές από ταινίες. Και το πάτωμα κάτω από το παγκάκι λιώνει.
Και τώρα, δες τι κάνω τώρα. Δες…Λευκό… Ένα λευκό πανί μπροστά, στερεωμένο τέλεια. Δεμένο χιαστί, σε δύο σιδερένιες κολώνες, με χοντρό συνθετικό σχοινί. Καρέκλες ξεσκονισμένες, γυαλιστερές, στοιχισμένες άψογα
πάνω σ’ άσπρο χοντρό χαλίκι. Ησυχία. Δύω τον ήλιο. Το θερινό σινεμά, πλάι στα πλατάνια και τις λεύκες, αναπνέει ζεστά. Τα χαλίκια και οι καρέκλες καίνε. Ο ήλιος τα χαϊδεύει όλη τη μέρα και τώρα καίνε. Τα φύλλα γύρω θροΐζουν τη σιωπή τους. Η αύρα παίρνει το δροσερό αέρα της θάλασσας και τον σπέρνει απαλά στο χώρο. Όλα αρχίζουν να δροσίζονται, καθώς ο ήλιος φεύγει για να σβήσει.
Τώρα φέρνω τα παιδιά! Βήματα. Τρεχαλητά. Φωνές. Για να πιάσουν θέση. Με ζακετούλες και πατατάκια. Χριτς χρατς. Χριτς χρατς… Βλέπω τα χαμένα κέρματα ανάμεσα στα χαλικάκια, άψογοι δραπέτες από παλιές τσέπες
υφασμάτινων παντελονιών. Ανταγωνισμός. Ποιος θα βρει τα περισσότερα; Ποιος θα κλέψει περισσότερη τύχη; Το πανί αγέρωχο. Κοιτάζει δεσποτικά κάτω, καθώς πάλλεται στο λίκνισμα της αύρας που το τυλίγει.
Έναρξη. Η αναμονή. Τα ματάκια με τις σπίθες περιμένουν. Στρόγγυλα. Η μεγέθυνση της προσμονής. Αχ… Η προσμονή. Κάτι καινούργιο και άγνωστο. Το λευκό πανί ένας κόσμος ολόκληρος. Βραδιάζει. Η εικόνα
φυτρώνει αργά αργά και ανθίζει με φόρα. Τα ηλιοκαμένα πρόσωπα βάφονται στο φως της προβολής. Της προβολής των ονείρων, που δε θέλουν να χάσουν… Ένα νυχτοπούλι, ακροβατεί μέσα στη φωτεινή δέσμη και μετά
χάνεται τρομαγμένο. Δε θέλω να τελειώσει…
Πονάει το στομάχι μου αυτές τις μέρες. Νομίζω πως έχω δέκατα. Κουράζομαι πολύ. Δε μπορώ να δουλεύω άλλο σ’ αυτή τη δουλειά. Είναι εξαντλητικό. Αλλά είμαι σε πρόγραμμα και μέχρι να τελειώσει πρέπει να κάνω
υπομονή. Χρειάζομαι τα χρήματα. Θέλω να νοικιάσω ένα χώρο για να μένω μόνη μου και χρειάζομαι τα χρήματα.
Πού πήγαν τα ξέγνοιαστα χρόνια μου; Α, νάτα! Η γαλάζια θάλασσα, με τη φυγή πάνω της ν’ ασπρίζει στον άνεμο.
Αχαρτογράφητα λιβάδια, με τη σπορά της νοσταλγίας μέσα τους. Φιλόξενα χωριά, που φύλαξαν τη νιότη στις γκρεμισμένες σκεπές των σπιτιών τους.
Ταβέρνες, με δυνατές ξυλόσομπες από μαντέμι κι η κατσαρόλα πάνω τους να
μαγειρεύει τις βόλτες μου. Τα πικ νικ της Κυριακής. Οι μπάλες πληγωμένες και χιλιοραμμένες, να
κατηφορίζουν αμέριμνες για τον γκρεμό. Τον ανθισμένο. Τρέχαμε. Τρέχαμε τότε βιαστικά, να προλάβουμε το σήμερα που τρέχει περισσότερο. Το ποδήλατό μου. Οι φωτογραφίες της πενταήμερης. Χαμόγελα αθωότητας και
ένοχης εφηβείας, κοιτάνε την εποχή που κλείνει. Τσιγάρα. Κι ο βήχας στον αέρα, ταξιδεύει στο απόγευμα της πόλης.
Κοιτάζω. Κοιτάζω. Κι έχω πολλά να δω. Αλλά πρέπει να φύγω για δουλειά
τώρα…
Απόστολος Λύγδας