– Πού είσαι;
– Εδώ. Δε με βλέπεις;
– Όχι.
– Εδώ. Εδώ.
– Πού;
– Είμαι εδώ.
– Κι εγώ πού είμαι;
– Εδώ είσαι κι εσύ!
– Ναι;
– Ναι!
– Και τι κάνεις; Τι κάνουμε;
– Δεν ακούς;
– Όχι.
– Δε μ’ ακούς;
– Όχι.
– Γυρνάω! Γυρνάω! Με γυρνάς. Με σπρώχνεις και γυρνάω! Και σου λέω «Πιο
δυνατά!». «Πάλι!». «Πιο δυνατά!». «Πάλι!». Και συ το κάνεις. Μ’ ακούς; Γιατί δε μ’
ακούς;
– Και μετά;
– Γελάω, δε βλέπεις; Γελάω δυνατά. Και φοβάμαι δυνατά. Αλλά δε φοβάμαι, γιατί
είσαι συ εδώ. Κοντά μου. Που με γυρνάς! Με μια δύναμη, τη μεγαλύτερη του
κόσμου. Και δε φοβάμαι…
– Εγώ φοβάμαι…
– Τι.
– Το θολό ουρανό που με μεγαλώνει. Που με σκορπά. Τη φλύαρη θάλασσα που δε μ’
αφήνει να σ’ ακούσω. Τα κύματα που καταπίνουν τη μνήμη μου. Ένα απέραντο
μεγαλειώδες κενό σύμπαν! Δε σε θυμάμαι…
– Εγώ είμαι! Να! Κοίτα! Τα πόδια μου δε φτάνουν ακόμα στο έδαφος. Τα χέρια μου
όμως σε τυλίγουν. Ολοκληρωτικά. Με γεμίζεις…
– Η άμμος συμπαγής. Απέραντη. Κενή. Γυαλίζει, δε σε βλέπω. Χάνομαι πάνω της και
πού; Πού να κοιτάξω; Σε ποια ανατολή σε κράτησα; Σε ποιο βορρά σε χάιδεψα; Τις
ζωγραφιές που χάραξα τις σβήσανε τα χρόνια…
– Να, κοίτα τι θα κάνουμε.
– Τι.
– Θα σιωπήσουμε. Μαζί.
– Μαζί;
– Μαζί. Θα δούμε πίσω απ’ τα μάτια τη σιωπή. Τ’ ουρανού, της θάλασσας, της
άμμου, τη σιωπή μας.
– Τη σιωπή του σίδερου και της σκουριάς. Τη σιωπή της δύναμης και των χρωμάτων.
– Και ίσως…
– Ίσως…
– Να ‘ρθουμε τόσο κοντά…
– Που το κενό θα σπάσει…
Απόστολος Λύγδας