Η ΚΑΠ γίνεται πιο ευέλικτη και λιγότερο γραφειοκρατική. Το ερώτημα είναι αν αυτό
θα φανεί στον αγρότη ή αν θα μεταφέρει ακόμη περισσότερο βάρος στην εθνική
διοίκηση. Στο προηγούμενο άρθρο είδαμε τη μεγάλη αλλαγή που φέρνουν τα National and Regional
Partnership Plans στη νέα συζήτηση για την ΚΑΠ. Η αγροτική πολιτική δεν εξαφανίζεται,
αλλά προτείνεται να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο εθνικό και περιφερειακό σχέδιο. Αυτό
σημαίνει ότι η θέση της γεωργίας δεν θα κρίνεται μόνο στις Βρυξέλλες, αλλά και από το πώς
κάθε κράτος-μέλος θα οργανώσει τις δικές του προτεραιότητες.
Αυτό είναι το μεγάλο θεσμικό πλαίσιο. Υπάρχει όμως και ένα πιο άμεσο, πιο πρακτικό
ερώτημα: όταν η Ευρωπαϊκή Ένωση μιλά για «απλοποίηση» της ΚΑΠ, ποιος τελικά
διευκολύνεται; Ο αγρότης που χρειάζεται λιγότερη γραφειοκρατία; Η διοίκηση που
απαλλάσσεται από μέρος των διαδικασιών; Ή το κράτος-μέλος που αποκτά μεγαλύτερο
περιθώριο να εφαρμόζει την πολιτική με τον δικό του τρόπο;
Η απλοποίηση της ΚΑΠ δεν είναι πλέον γενική πολιτική συζήτηση. Έχει περάσει στο στάδιο
της εφαρμογής. Ο Κανονισμός (ΕΕ) 2025/2649 δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα στις
31 Δεκεμβρίου 2025, είναι σε ισχύ και τροποποιεί τους βασικούς κανονισμούς της
τρέχουσας ΚΑΠ σε ζητήματα αιρεσιμότητας, άμεσων ενισχύσεων, αγροτικής ανάπτυξης,
εκθέσεων επίδοσης, ελέγχων και κυρώσεων. Η κατεύθυνση είναι σαφής: λιγότερο διοικητικό
βάρος και περισσότερη ευελιξία στην εφαρμογή. Ο κανονισμός προβλέπει ετήσια ενίσχυση
μικρών αγροτών έως 3.000 ευρώ, δυνατότητα στήριξης για ανάπτυξη μικρών
εκμεταλλεύσεων έως 75.000 ευρώ, απλούστευση σε ορισμένους κανόνες αιρεσιμότητας και
περιορισμό επιτόπιων ελέγχων όταν οι προϋποθέσεις μπορούν να παρακολουθούνται μέσω
συστημάτων παρακολούθησης εκτάσεων. Παράλληλα, καταργείται η ετήσια εκκαθάριση
επιδόσεων, μια διαδικασία που είχε προσθέσει σημαντική πολυπλοκότητα στο σύστημα.
Αυτά μπορούν πράγματι να βοηθήσουν. Η ΚΑΠ είχε γίνει σε πολλά σημεία υπερβολικά
σύνθετη. Για έναν μικρό ή μεσαίο παραγωγό, η διαδικασία συχνά μετρά όσο και η ίδια η
ενίσχυση: αίτηση, έλεγχος, προθεσμία, διόρθωση, πληρωμή. Άρα η μείωση περιττού βάρους
είναι αναγκαία. Όμως λιγότερη γραφειοκρατία δεν σημαίνει αυτόματα λιγότερη ευθύνη.
Συχνά σημαίνει ότι περισσότερη διακριτική ευχέρεια περνά σε αυτόν που εφαρμόζει. Όταν η
ΕΕ δίνει μεγαλύτερη ευελιξία, το κράτος-μέλος πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί να τη
χρησιμοποιήσει σωστά: με καθαρούς κανόνες, δίκαιους ελέγχους, έγκαιρες πληρωμές και
αξιόπιστη διοίκηση. Αν αυτό δεν συμβεί, η απλοποίηση μπορεί να γίνει ασάφεια.
Η απλοποίηση, λοιπόν, δεν είναι μόνο τεχνικό ζήτημα. Είναι και πρόβα εμπιστοσύνης προς
την εθνική εφαρμογή. Και αυτό έχει σημασία, γιατί η ίδια συζήτηση θα επιστρέψει με ακόμη
μεγαλύτερη ένταση στη νέα ΚΑΠ μετά το 2027.
Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να διαβαστεί και η πρόταση για την ΚΑΠ μετά το 2027. Η
Επιτροπή προτείνει την ένταξη της ΚΑΠ στα National and Regional Partnership Plans, μέσα
σε ένα ευρύτερο NRP fund envelope ύψους 865 δισ. ευρώ. Η ίδια πρόταση προβλέπει
τουλάχιστον 300 δισ. ευρώ δεσμευμένα για εισοδηματική στήριξη και κρίσεις: 293,7 δισ. για εισοδηματική στήριξη και 6,3 δισ. για το Unity Safety Net. Παράλληλα, περίπου 453 δισ.
ευρώ δεν είναι δεσμευμένα για την ΚΑΠ. Το περιθώριο όμως είναι μικρότερο απ’ όσο δείχνει
ο αριθμός: από αυτά, περίπου 218 δισ. είναι ήδη δεσμευμένα για τις λιγότερο ανεπτυγμένες
περιφέρειες και 34,2 δισ. για μετανάστευση και εσωτερικές υποθέσεις. Το πραγματικά
ελεύθερο κομμάτι, εκεί όπου θα κριθεί η αγροτική ανάπτυξη, είναι σαφώς στενότερο.

Αυτό είναι το κρίσιμο σημείο. Η σημερινή ΚΑΠ 2021–2027 έχει συνολική χρηματοδότηση
περίπου 387 δισ. ευρώ, με 291,1 δισ. από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Εγγυήσεων και
95,5 δισ. από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Αγροτικής Ανάπτυξης. Η νέα πρόταση,
αντίθετα, προστατεύει καθαρά περίπου 300 δισ. για εισόδημα και κρίσεις. Η σύγκριση
γίνεται σε τρέχουσες τιμές και αφορά δύο διαφορετικές επταετίες, οπότε δεν είναι
μεθοδολογικά απόλυτη. Η διαφορά των περίπου 86–87 δισ. ευρώ δεν σημαίνει ότι τα
χρήματα εξαφανίζονται αυτόματα από τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό. Σημαίνει όμως ότι
δεν εμφανίζονται πια με τον ίδιο καθαρό τρόπο μέσα σε ένα ξεχωριστό αγροτικό πλαίσιο.
Εκεί αρχίζει η πραγματική πολιτική συζήτηση. Το προστατευμένο ποσό καλύπτει κυρίως τη
βασική εισοδηματική στήριξη και τη διαχείριση κρίσεων. Όμως η αγροτική ανάπτυξη, οι
επενδύσεις, το νερό, η μεταποίηση, οι νέοι αγρότες, το LEADER, οι τοπικές αλυσίδες αξίας
και η κλιματική ανθεκτικότητα θα εξαρτηθούν περισσότερο από το πώς κάθε κράτος-μέλος
θα γράψει και θα υπερασπιστεί το δικό του σχέδιο.
Αυτό δεν είναι τεχνική λεπτομέρεια. Είναι αλλαγή πολιτικής βαρύτητας. Σήμερα, ο δεύτερος
πυλώνας έχει τη δική του θεσμική και δημοσιονομική ορατότητα. Στο νέο πλαίσιο, πολλά
από τα εργαλεία που συνδέονται με την αγροτική ανάπτυξη θα πρέπει να διεκδικήσουν χώρο
μέσα σε ένα ευρύτερο σχέδιο με πολλές ανταγωνιστικές προτεραιότητες. Άρα το ερώτημα
δεν είναι μόνο πόσα χρήματα θα υπάρχουν. Είναι ποιος θα τα διεκδικήσει, με ποιο σχέδιο και
για ποιες ανάγκες.
Εδώ η ευθύνη κάθε κυβέρνησης, και της ελληνικής, είναι συγκεκριμένη. Όσο περισσότερο η
ΕΕ μεταφέρει βάρος σχεδιασμού και εφαρμογής στα κράτη-μέλη, τόσο περισσότερο μετράει
η διοικητική ικανότητα. Η αποτελεσματικότητα δεν κρίνεται στην επικοινωνία. Κρίνεται στην εκτέλεση.
Στην ικανότητα να υλοποιούνται μεγάλα προγράμματα χωρίς διαρκείς
καθυστερήσεις, να απορροφώνται ευρωπαϊκοί πόροι χωρίς αλλεπάλληλες αναθεωρήσεις, να
λειτουργεί μια διοίκηση προβλέψιμα και δίκαια. Όταν η Ευρώπη μετακινεί βάρος ευθύνης
προς τα κράτη-μέλη, το «επιτελικό κράτος» παύει να είναι σύνθημα. Γίνεται προϋπόθεση για
να μην πληρώσει ο αγρότης το κόστος της κρατικής ανεπάρκειας.
Κι εδώ είναι ένα από τα μεγάλα παράδοξα που δεν βολεύει κανέναν να πει δυνατά. Η
απλοποίηση του σήμερα έρχεται ταυτόχρονα με μια συζήτηση για μεταρρύθμιση που,
ανεξάρτητα από το πού θα καταλήξει, θα φέρει αναπόφευκτα μεταβατική πολυπλοκότητα
αύριο. Όταν αλλάζει η αρχιτεκτονική, αλλάζει ο τρόπος σχεδιασμού, ο τρόπος ελέγχου, ο
τρόπος λογοδοσίας.Το πραγματικό δίλημμα, λοιπόν, δεν είναι αν χρειαζόμαστε απλοποίηση. Τη χρειαζόμαστε.
Το πραγματικό δίλημμα είναι: Απλοποίηση για ποιον, με ποιον έλεγχο και με ποια κατανομή
ισχύος; Αν η ΚΑΠ μετακινείται προς ένα πιο «εθνικό» μοντέλο, η Ελλάδα δεν έχει την
πολυτέλεια του αυτόματου πιλότου. Η γεωργία θα κερδίσει μόνο αν κάποιος την
υπερασπιστεί και όχι με γενικόλογες διακηρύξεις, αλλά με σχέδιο, διοίκηση και καθαρές
επιλογές. Όλα τα υπόλοιπα είναι ωραίες λέξεις πάνω σε παλιά προβλήματα.
Μίλτος Ζήσης
Agronomist | Public Affairs – Agriculture & Biodiversity