Όταν πρωτοείδα για πρώτη φορά τον Οδυσσέα απέναντι από τον Ζιγκ στο γραφείο του, τότε συλλογίστηκα πως η περιπέτεια του, σίγουρα τον είχε αφήσει πληγές ανοιχτές. Από τη μια παρατηρούσα τον Ζιγκ σοβαρό, σκεπτικό, να απολαμβάνει το πούρο του και να στέκεται ακλόνητος απέναντι από τον βασιλιά της Ιθάκης κι από την άλλη, παρατηρούσα έναν Οδυσσέα ομιλητικό και επίμονο. Επίμονο, όμως με μια διαφορά. Το βλέμμα του προηγούνταν των λεξεών του. Κι όταν βιάζεται το βλέμμα να μιλήσει, τότε οι λέξεις μπορεί και να περισσεύουν.
Κοντοστάθηκα στο παράθυρο. Ο Ζιγκ πάντα το άφηνε ελαφρώς ανοιχτό να μπαίνει καθαρός αέρας. Έτσι, δίχως να γίνω αντιληπτός, βρήκα την ευκαιρία να κρυφακούσω. Δεν μπορούσα να παρακολουθήσω πλήρως την συζήτησή τους, διότι συνειδητοποιούσα πως είχα αρκετά κενά, όμως κάποιες προτάσεις, κάποιες αφηγήσεις, μου προκάλεσαν ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Δεν το έκανα από περιέργεια. Απλώς μου άρεσε ανέκαθεν ο λόγος του Οδυσσέα.
«Δεν μπορώ να το διώξω από πάνω μου Ζιγκ», τον άκουσα να λέει, «Κολλάει επίμονα στο δέρμα μου σαν σαπισμένο ρούχο. Σαν μια ενοχλητική βδέλλα μα, καταβάλω μεγάλες προσπάθειες καθημερινά».
Τι να ήτανε αυτό σκέφτηκα; Σαν σαπισμένο ρούχο; Αυτομάτως σταμάτησα να παρακολουθώ τη συζήτηση τους. Σκεφτόμουν… Σκεφτόμουν ποιος είναι αυτός που δεν μπορεί να βγάλει από επάνω του, ένα σαπισμένο ρούχο που κολλάει στο δέρμα του σαν ενοχλητική βδέλλα; Ειδικά ένα σαπισμένο ρούχο. Συλλογίστηκα ξανά…
Πως μπορεί να είναι αυτή η αίσθηση; Μα να μην μπορεί; Ο Οδυσσέας; Ίσως και να μην μπορεί. Αλλά να μου πεις, και γιατί να μην μπορεί; Μήπως το χειρόφρενο το κρατάμε σφιχτότερα από όσο χρειάζεται τις περισσότερες φορές; Εννοώ την οπτική μας. Την εμμονή μας. Την εμμονή μας απέναντι σε μια συνήθεια!
Από την άλλη, μήπως τοποθετούμε τα πρότυπα μας αψεγάδιαστα πάνω σ’ έναν απόρθητο θρόνο; Εννοώ στον τρόπο που τα αντιλαμβανόμαστε. Στον τρόπο που τα θαυμάζουμε!
Θέλω να πω, είναι κι αυτοί άνθρωποι. Όπως κι εμείς. Κι όπως φαίνεται, ίσως να μην είναι και τόσο δυνατοί όσο εμείς. Αλλά ένας Οδυσσέας να μην μπορεί; Το ξανασκέφτηκα σβέλτα! Δεν είναι πως δεν μπορεί. Είναι πως δεν θέλει! Όχι όχι… δεν υποστηρίζω το ρητό: «Δεν υπάρχει δεν μπορώ, υπάρχει δεν θέλω», γιατί όντως και να μην μπορώ όντως και να μην θέλω…
Αλλά γιατί να μην θέλει; Συνέχιζαν να συζητάνε. Εγώ πλέον είχα μετακινηθεί από το παράθυρο. Είχα κάνει μερικά βήματα προς τα κάτω. Μου είχανε τελειώσει τα τσιγάρα…