Πίναμε μια φιάλη Merlot σ’ ένα στέκι που του άρεσε αρκετά. Προσπαθούσε να μου εξηγήσει το αυτονόητο, έχοντας δοκιμάσει παρέα, αρκετά ποτήρια κρασί. Μου επισήμανε ξανά και ξανά πως η δουλειά του ουρανίσκου είναι υπεύθυνη για την αρέσκεια μας σ’ ένα ποτήρι κρασί. Αυτό δεν μπορούσα να το αμφισβητήσω. Αλλά ίσως ήταν και εκείνη η λεπτομέρεια που μου είχε σφηνωθεί στο κεφάλι. Πως μ’ αυτό και μόνο το συμπέρασμα, επικρατεί μια “ισοπέδωση”. Εννοώντας, πως όποιο κρασί μας αρέσει, ή προτιμάμε, δεν είναι και απαραίτητα εξίσου ποιοτικό με κάποιο αντίστοιχα πραγματικά ποιοτικό, επειδή μόνο και μόνο αρέσει σ’ εμάς. Του έδωσα να καταλάβει τον τρόπο σκέψης μου έχοντας αναλύσει κάμποσα παραδείγματα.
Μου απάντησε στεγνά πως το κάθε κρασί έχει τους υποστηρικτές του. Λογικό μου φαινότανε και αυτό, αλλά οι υποστηρικτές ενός κρασιού πόσo αντικειμενικοί μπορεί να είναι; Τον ρώτησα. Δεν του πήρε πολύ χρόνο να το σκεφτεί και να μου απαντήσει. “Εξαρτάται τους υποστηρικτές”. Μου εξήγησε πως υπάρχει κόσμος που δεν καταλαβαίνει τι πίνει. Υπάρχει κόσμος που διαλέγει ένα κρασί γιατί το διαλέγουν και οι υπόλοιποι. Ή γιατί το είδε σε κάποιο event. Επειδή του το πρότεινε ο γνωστός, ή ο φίλος του οινοποιού ή επειδή θέλει να κάνει επίδειξη ισχύος στον κοινωνικό του κύκλο. Μπορεί να μην το γνωρίζει και καθόλου, αλλά άκουσε πως είναι πρώτο σε πωλήσεις. Υπάρχουν πολλοί λόγοι που κάποιοι μπορούν να ακολουθούν πιστά μια ετικέτα. Είτε είναι θέμα γούστου, είτε φιλικών υποθέσεων, είτε επαγγελματικής αλληλεγγύης. Αλλά τελικά, είναι αυτοί οι πραγματικοί υποστηρικτές μιας ετικέτας;
Η απάντηση που μου έδωσε ήταν αρνητική. “Όχι”. Οι πραγματικοί υποστηρικτές μιας ετικέτας μπορεί να είναι αντικειμενικοί; Ήταν η δεύτερη ερώτηση που ήθελα να θέσω εδώ και ώρα. “Φτάσαμε να κρίνουμε για το πόσο ποιοτικό είναι ένα κρασί από τις δημόσιες σχέσεις μας, τις διαπροσωπικές και τις οικονομικές μας εξυπηρετήσεις” μου απάντησε. “Φτάσαμε σε τέτοιο βαθμό που το κρασί το αντιμετωπίζουμε σαν μια καθαρά κερδοφόρα επιχείρηση. Αυτό έχει αρκετές συνέπειες για την ουσία του κρασιού ως προϊόν. Το κρασί δεν είναι ένα απλό προϊόν ώστε να το χρησιμοποιούν στεγνά σαν εργαλείο, όπου θα τους -ανοίγει- γρήγορους δρόμους, εύκολους, στο αγοραστικό κοινό. Εκεί ερχόμαστε πραγματικά αντιμέτωποι με την υπαρκτή ποιότητα του. Με την γνησιότητά του. Με αυτό που ονομάζουμε κουλτούρα”.
Μου εξήγησε πως η λέξη – κουλτούρα- δεν έχει καμία απολύτως σχέση με αυτό που βιώνουμε. Η κουλτούρα είναι κάτι πολύ πιο βαθύ από την επιφανειακή σχέση που επιδιώκουμε να έχουμε με το ίδιο το προϊόν- κρασί, για να φαινόμαστε αρεστοί. Η κουλτούρα είναι μια καθημερινή αναζήτηση που ο καθένας καλείται να γευτεί με σκοπό να βρει τις γεύσεις του και να τις εντάξει στις επιλογές του. Η κουλτούρα υποδηλώνει το γνήσιο. Το αυθεντικό. Είναι ο πειραματισμός με την γαστρονομία. Η ακούραστη και συνεχόμενη αναζήτηση γεύσεων και η ένταξή της γύρω μας. Από την άλλη, του επισήμανα πως ίσως ήταν και λίγο σκληρός. Προσωπικά υπάρχει ένα μεγάλο κοινό που μπορούμε να το βαφτίσουμε ως τους “ερευνητές” στα οινικά και γαστρονομικά μονοπάτια. Χαμογέλασε. Έδειξε να συμφωνεί χωρίς να θέλει να πει περισσότερα. Το έλαβα σαν κάτι θετικό.
Ωστόσο, επέμενα να μου απαντήσει στην εξής ερώτηση. Πότε ένα κρασί είναι αδιαμφισβήτητα ποιοτικό όπου μπορούν να το παραδεχθούν ακόμα και οι ανταγωνιστές του; Στο συγκεκριμένο παράδειγμα, οι οινικοί ανταγωνιστές του όσον αφορά τη δομή του. Τον χαρακτήρα και τα υπόλοιπα στοιχεία του. “Αυτό δεν είναι ερώτηση παγίδα”, μου απάντησε. “Είναι αυτονόητο. Όταν έχει διάρκεια στο χρόνο. Όταν δηλαδή είναι διαχρονικό. Όταν η αξία του αναγνωρίζεται γευστικά και αρωματικά. Όλοι μας μπορούμε να παραδεχθούμε τη γνησιότητα ενός ποιοτικού κρασιού. Άσχετα εάν είμαστε λιγάκι δύσκολοι σ’ αυτό. Είμαστε δύσκολοι γιατί είμαστε εγωιστές. Αλλά ένας ουρανίσκος μπορεί πάντα να καταλάβει την ποιότητα και τη δομή ενός ποιοτικού κρασιού. Και μια λεπτομέρεια ακόμη. Κυρίως, όταν το κρασί δεν είναι ποτέ το ίδιο. Όταν έως ένα βαθμό διαφέρει από την προηγούμενη χρονιά του. Αυτό αποδεικνύει τη φυσικότητά του. Φυσικά θα υπάρχουν και οι κακές χρονιές του μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο”.
Εγώ προσωπικά καλύφτηκα. Οτιδήποτε άλλο ήτανε να πούμε. Το αφήσαμε στα ποτήρια μας!
-Και ποιοι είναι οι πραγματικοί υποστηρικτές μιας ετικέτας δηλαδή;
-Μα, αυτοί που είναι ειλικρινείς μαζί της φυσικά!
Μπορούμε να καταλήξουμε στο συμπέρασμα πως η επιλογή μας είναι αποτέλεσμα συγκυριών; Ίσως. Το ερώτημα αυτό δεν μπορεί να απαντηθεί με σιγουριά. Κάποιες οινικές επιλογές θα βρίσκονται πάντα σ’ ένα φανατικό στρατόπεδο υποστηρικτών. Κάποιες άλλες θα γίνονται την τελευταία στιγμή ενώ άλλες θα είναι μια κατευθυντήρια δύναμη από τρίτους. Όσο και να επικρατεί λοιπόν αυτό το φαινόμενο του “στροβιλισμού” όπου επαναλαμβάνεται διαρκώς, (όπως έχει αναφερθεί ξανά) η τελική κίνηση, είναι η επιλογή της εκάστοτε φιάλης, όπου αυτομάτως, αποτελεί ένα συν στην μετέπειτα οινική πορεία μας.